Ποικιλίες ελιάς στη Λέσβο

Η ιδιαιτερότητα του Λεσβιακού ελαιολάδου που προσδίδουν οι τοπικές του ποικιλίες Tης Αγγελικής-Ευστρατίας Κουζούμη MSC Περιβαλλοντολόγου Υπεύθυνης Εργαστηρίου Ελαιολάδου Μυτιλήνης Ινστιτούτο Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου, ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ Η Λέσβος, νησιωτική περιοχή με κληρονομιά στην παραγωγή ελαιολάδου, χαρακτηρίζεται από τον απέραντο ελαιώνα που τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει το λεσβιακό ελαιόλαδο στην κατάκτηση ολοένα και μεγαλύτερου μεριδίου στη διεθνή αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου. Είναι όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μικροκλίματος, του έντονου ανάγλυφου, του άγριου ελαιώνα που συχνά συνορεύει με πεύκα ενώ συνυπάρχει με πλούσια φρυγανική βλάστηση, σε συνδυασμό με τις χαρακτηριστικές ποικιλίες ελαιοκάρπου, πλήρως εναρμονισμένες στο ιδιαίτερο νησιωτικό αυτό τοπίο, που δίνουν το χαρακτηριστικό, λεπτόρευστο, χρυσοκίτρινο ελαιόλαδο με έντονο φρουτώδες άρωμα που θυμίζει το άρωμα των πράσινων φύλλων της ντομάτας. Πρόκειται για μεικτό ελαιώνα που καλύπτεται κατά κύριο λόγο (σε ποσοστό 70% με 80%) από την ποικιλία «Κολοβή» (olea europaea var. pyriformis), γνωστή και ως «Βαλάνα» ή «Μηλολιά» ή «Μυτιληνιά» και σε μικρότερο ποσοστό (γύρω στο 20%) από την ποικιλία «Αδραμυτινή» (olea europaea var med. Subrotunda) ή «Αϊβαλιώτικη» ή «Φραγκολιά». Διάσπαρτα στο νησί και σε πολύ μικρό ποσοστό συναντάται και η ποικιλία «Θρουμπολιά» ή «Λαδολιά» ή «Θασίτιτκη». Η Κολοβή είναι ευρέως διαδεδομένη στο νότιο και νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού όπου και αποτελεί σχεδόν μονοκαλλιέργεια, έναντι της Αδραμυτινής, η οποία εντοπίζεται στο βόρειο και βορειανατολικό τμήμα του νησιού, ατενίζοντας τον κόλπο του Αδραμυτίου στα απέναντι μικρασιατικά παράλια απ΄ όπου και μεταφυτεύθηκε στη Λέσβο. Και οι δύο είναι μεσόκαρπες ποικιλίες, κυρίως ελαιοποιήσιμες με ελαιοπεριεκτικότητα που κυμαίνεται από 22 έως και 27%, που όμως μπορούν να συλλεχθούν και για την παραγωγή εξαιρετικής ποιότητας επιτραπέζιας ελιάς. Η διαφορά τους έγκειται στα μορφολογικά χαρακτηριστικά του ελαιόδενδρου και του καρπού, στο χρόνο ωρίμανσης και στα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των παραγόμενων ελαιολάδων. Τα τελευταία έτη το λεσβιακό ελαιόλαδο έχει κατορθώσει να συγκαταλέγεται στα καλύτερα ελαιόλαδα παγκοσμίως. Το γεγονός αυτό έχει πλέον εδραιωθεί και κάνει τους Λέσβιους ελαιοπαραγωγούς υπερήφανους για το προϊόν τους, που μέχρι πριν από περίπου μία δεκαετία πίστευαν ότι υστερεί έναντι των υπολοίπων ελαιολάδων εξαιτίας του χρυσαφένιου χρώματος και της λεπτόρευστης υφής του, που δεν θυμίζει τα υπόλοιπα παχύρευστα και σκούρα πράσινα ελαιόλαδα. Όλα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2007, όταν ήρθε το πρώτο χρυσό βραβείο στον παγκόσμιο διαγωνισμό ποιότητας ελαιολάδου IOC MARIO SOLINAS QUALITY AWARD, στη Μαδρίτη της Ισπανίας, σε λεσβιακό τυποποιημένο ελαιόλαδο, μια διάκριση μοναδική και πρωτοφανή για τα μέχρι τότε δεδομένα της Λέσβου. Έκτοτε και μέχρι σήμερα οι διακρίσεις είναι καταιγιστικές σε ετήσια βάση από πλήθος Λέσβιων τυποποιητών που παράγουν εξαιρετικής ποιότητας ελαιόλαδο σε πληθώρα παγκοσμίως αναγνωρισμένων διαγωνισμών (π.χ. IOOC KOTINOS, BIOL κ.λ.π.). Τη μοναδικότητα του αυτή το λεσβιακό ελαιόλαδο την οφείλει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των τοπικών ποικιλιών της Κολοβής και της Αδραμυτινής, σε συνδυασμό με τις εδαφοκλιματικές συνθήκες του νησιού. Το ελαφρύ χρυσοκίτρινο χρώμα του οφείλεται στη μικρή περιεκτικότητα σε χλωροφύλλη και στα υψηλά επίπεδα καροτενοειδών. Το γεγονός αυτό του προσδίδει συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι άλλων σκουροπράσινων ελαιολάδων διότι υψηλά επίπεδα των χρωστικών όπως της χλωροφύλλης a και b καθώς και των προϊόντων αποικοδόμησης αυτών, των φαιοφυτινών, δρούν ως φωτο-ευαισθητοποιητές και επιταχύνουν την οξείδωση του ελαιολάδου. Παράλληλα τα καροτενοειδή που του προσδίδουν την κίτρινη απόχρωσή του, αποτελούν εμμέσως κριτήριο γνησιότητας έναντι των πυρηνελαίων στα οποία τα επίπεδά τους είναι πολύ χαμηλότερα λόγω της καταστροφής τους κατά τη χημική επεξεργασία. Η λεπτόρευστη υφή έχει να κάνει με το σχετικά αυξημένο βαθμό ακορεστότητας των λιπαρών του οξέων. Το δροσερό και υγρό κλίμα του νησιού, σε συνδυασμό με τα ασβεστολιθικά εδάφη, συμβάλλουν στην παραγωγή ελαιολάδου με περισσότερα λιπαρά οξέα με διπλούς δεσμούς, δίνοντας τριγλυκερίδια με χαμηλότερο σημείο τήξης και επομένως λιγότερο παχύρευστο ελαιόλαδο. Το σημαντικότερο όμως χαρακτηριστικό που κάνει το λεσβιακό ελαιόλαδο ξεχωριστό, είναι το έντονο φρουτώδες σε πλήρη ισορροπία με τις θετικές ιδιότητες του πικρού και του πικάντικου που οδηγούν τελικά τον δοκιμαστή στην χαρακτηριστική επίγευση των πράσινων φύλλων της ντομάτας. Πρόκειται για χαρακτηριστικό γνώρισμα της ποικιλίας «Κολοβή» που δίνει μοναδικότητα στο λεσβιακό ελαιόλαδο, μια που η ποικιλία αυτή δεν είναι ευρέως διαδεδομένη (σε πολύ μικρό ποσοστό στη Χίο και στη Σκύρο), γεγονός που καταμαρτυρείται και από την συχνή προσφώνησή της ως «Μυτιληνιά».

Additional Info

  • ΠΕΡΙΟΧΗ: ΛΕΣΒΟΣ
  • ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΛΕΣΒΟΣ
  • Latitude: 39.126213
  • Longitude: 26.318175


localfood

TAG_NAME_AUTHOR_POST

AEGILOPS LOCAL FOOD

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε με email στο localfood@aegilops.gr

η συμπληρώστε την φόρμα επικοινωνίας.