localfood

localfood

AEGILOPS LOCAL FOOD

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε με email στο localfood@aegilops.gr

η συμπληρώστε την φόρμα επικοινωνίας.

ΑΙΓΙΛΟΠΑΣ, Εστιακό Σημείο Λέσβου, 24.9.2018

 

Το καφέ-μεζεδοπωλείο Μπόμπιρας στη Μυτιλήνη Λέσβου και η μη κερδοσκοπική οργάνωση ΑΙΓΙΛΟΠΑΣ (Δίκτυο για τη Βιοποικιλότητα και την Οικολογία στην Γεωργία) διοργανώνουν την Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018, 8μμ. Ημέρα Παραδοσιακών Γεύσεων με βιολογικά προϊόντα, με σκοπό να θυμηθούμε και να γνωρίσουμε γεύσεις μέσα από την σύγχρονη κουζίνα.

Το μενού θα περιλαμβάνει βιολογικά προϊόντα παραγωγών του δικτύου του ΑΙΓΙΛΟΠΑ από παραδοσιακές ποικιλίες σιταριού όπως σιτάρι Σαρίτσαμ, φασόλια Κάπης, φασόλια χλωρά, κολοκύθα, ξινόμηλα Αγιάσου, κυδώνια, σύκα και ντόπιου ελαιολάδου, σε γευστικούς απογειωτικούς συνδυασμούς. Η εκδήλωση γίνεται σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια γέφυρα παραγωγών και καταναλωτών μέσα από προϊόντα που συνδυάζουν τη βιολογική παραγωγή, τις ντόπιες ποικιλίες και παραδοσιακές καλλιέργειες και τη συλλογική προσπάθεια από το σπόρο στο τραπέζι μας.

 

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις παραδοσιακές ποικιλίες και τα προϊόντα των παραγωγών του ΑΙΓΙΛΟΠΑ επισκεφτείτε τους ιστότοπους του ΑΙΓΙΛΟΠΑ :  www.aegilopslocalfood.gr , www.aegilops.gr

 καθώς και το facebook : aegilops

Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΣΚΛΗΡΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ ΛΗΜΝΟΣ

Του Κώστα Κουτή

Γραφείο Εστιακών Σημείων ΑΙΓΙΛΟΠΑ, Βόλος

info@aegilops.gr

Η ΛΗΜΝΟΣ (Γ -5770)  είναι  μία  παραδοσιακή,  παραγωγική  ποικιλία  σκληρού  σιταριού  του  Ινστιτούτου Καλλιτερεύσεως Φυτών, το οποίο το 1961 μετονομάστηκε σε Ινστιτούτο Σιτηρών και  το  2015  σε  Ινστιτούτο  Γενετικής  Βελτίωσης  και  Φυτογενετικών  Πόρων.  Η  ποικιλία ΛΗΜΝΟΣ  δημιουργήθηκε με επιλογή στον τοπικό πληθυσμό της Ραιδεστού (Ανατολική Θράκη) ΑκΜπασσάκ  (Ασπρόσταχυς). Σύμφωνα με τον δημιουργό της, τον ακαδημαϊκό Ιωάννη Παπαδάκη (1903-1996), είναι βελτιωμένο ΑκΜπασσάκ. Την πρότεινε για καλλιέργεια στην Βορειοανατολική Ελλάδα και την εισήγαγε στην εγχώρια σποροπαραγωγή το 1932. Η ΛΗΜΝΟΣ πρέπει να σπέρνεται πρώιμα  γιατί είναι ποικιλία μεγάλου βιολογικού κύκλου, εμφανίζει πλούσιο αδέλφωμα και ωριμάζει όψιμα .

Χρειάζεται ιδιαίτερη  προσοχή  στην  αζωτούχο  λίπανση,  γιατί  πλαγιάζει  εύκολα.  Παρουσιάζει ικανοποιητική αντοχή στους χειμερινούς και εαρινούς παγετούς. Συνιστάται σε μεσογόνιμα, αλλά  και περισσότερο φτωχά εδάφη που δεν κρατούν πολλή υγρασία, σε περιοχές σχετικά ψυχρές, στα  βόρεια  της  Θεσσαλίας,  στα  νησιά  του  Βορείου  Αιγαίου  και  γενικά  στη  Βορειοανατολική  Ελλάδα. Έχει  στάχυ  λευκό,  με  λευκά  άγανα  και  μεγάλους  υαλώδεις  σπόρους.  Έχει  καλή  αρτοποιητική  ικανότητα,  αλλά  παράγει  κακής  ποιότητας  ζυμαρικά.  Παρουσιάζει  υψηλή  περιεκτικότητα σε  πρωτεΐνη και κατατάσσεται στις ποικιλίες ανώτερης ποιότητας .

Στη Λήμνο όπου καλλιεργούνταν παλιά σε μεγάλη έκταση,  οι μαρτυρίες των παλαιότερων εξάλλου λένε ότι .. ‘’  Όταν ξεφούρνιζαν τα ψωμιά μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά και αν έκοβες μια γωνιά από αυτό το ψωμί σου άρεσε να το τρως σκέτο, για να απολαύεις τη γευστικότητά του.’’

Η επαναεισαγωγή της  παλιάς ποικιλίας σκληρού σιταριού Λήμνος  μαζικά και για πρώτη φορά μετά την εγκατάλειψή του, έγινε σταδιακά από το 2014 από την οργάνωση ΑΙΓΙΛΟΠΑΣ με αρχικό σπόρο του Ινστιτούτου Σιτηρών. Σήμερα αποτελεί πλέον  πραγματικότητα καθώς  σε ευρεία πλέον κλίμακα καλλιεργείται  από  βιοκαλλιεργητές παραγωγούς του δικτύου μας στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα.  Μάλιστα το Δεκέμβριο του 2017 ο ΑΙΓΙΛΟΠΑΣ  και το Οινομαγειρείο ΧΟΝΤΡΟ ΜΠΙΖΕΛΙ  στα Παλαιά του Βόλου διοργάνωσαν Ημέρα Παραδοσιακών Γεύσεων με βιολογικά προϊόντα.   Το μενού, το οποίο ετοιμάστηκε από την γνωστή Chef  Νένα Ισμυρνόγλου με τη περιελάμβανε βιολογικά προϊόντα από παραδοσιακές ποικιλίες της ΟΜΑΔΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ   του Δικτύου του ΑΙΓΙΛΟΠΑ συμπεριλαμβανομένου του σιταριού ποικιλίας ΛΗΜΝΟΣ

Σήμερα το σιτάρι ΛΗΜΝΟΣ  έχει αναβιώσει και στη Λήμνο από παραγωγούς του νησιού  αλλά και σε άλλες περιοχές προσαρμογής και αναμένεται περαιτέρω η διάδοσή του ιδιαίτερα στα πλαίσια της βιολογικής καλλιέργειάς του.

ΠΗΓΕΣ :

Κορπέτης Ε. και Κ. Μπλαδενόπουλος. 2016. Λήμνος. Μια Παραδοσιακή Ποικιλία Σιταριού. Πρακτικά 16ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ε.Ε.Γ.Β.Φ. Φλώρινα, 28-30 Σεπτεμβρίου.

 Βλ επίσης ΚΙΒΩΤΟΣ, τεύχη 10,11 και  14

Το «ντυμένα» ή αρχαία σιτάρια είναι είδη με «ντυμένο» σπόρο δηλ τα λέπυρα δεν αποχωρίζονται από το σπόρο μετά τη συγκομιδή. Εδώ και πολλάχρόνια έχουν εκτοπισθεί από την καλλιέργεια λόγω των χαμηλών αποδόσεων τους και της μεγαλύτερης απαιτούμενης κατεργασίας του σπόρου μετά τη συγκομιδή σε σχέση με το μαλακό και το σκληρό σιτάρι ,τα λεγόμενα κοινά ή «γυμνά» σιτάρια. Με βάση τα αποτελέσματα του έργου με τίτλο : “Αξιολόγηση και επιλογή μονόκοκκου σιταριού (Triticummonococcum), δίκοκκου (T. dicoccum) και σπέλτα (T. spelta) για προσαρμοστικότητα σε συνθήκες χαμηλών εισροών και βιολογικής γεωργίας με στόχο την παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας και διατροφικής αξίας” που εκπονήθηκετην καλλιεργητική περίοδο 2014-2015 : • Η περιοχή της Αν. Μεσογείου διαθέτει γενετικό πλούτο «ντυμένων» και ιδιαίτερα μονόκοκκου και δίκοκκου σιταριού, χρήσιμο και απαραίτητο στις προκλήσεις του μέλλοντος και την αλλαγή του κλίματος • Τα «ντυμένα» σιτηρά ενδείκνυνται για συνθήκες μειωμένων εισροών, βιολογικής γεωργίας και παραδοσιακή γεωργία σε λιγότερο εύφορες περιοχές καθώς έχουν αντοχή σε ασθένειες και έντομα και ξηροθερμικές συνθήκες, ανταγωνίζονται λόγω ύψους τα αγριόχορτα και μπορούν επιτυχώς να ενταχθούν στα συστήματα αμειψισποράς. Επιπλέον μπορούν να αξιοποιηθούν ως ζωοτροφές και στις μικτές εκμεταλλεύσεις λόγω της βιομάζας τους και της θρεπτικής τους αξίας . • Υπάρχουν ποικιλίες «ντυμένων» σιτηρών, μεταξύ αυτών που εξετάστηκαν, που παρουσιάζουν χαρακτηριστικά προσαρμοστικότητας σε συνθήκες βιολογικής γεωργίας και μειωμένων εισροών όπως πχ πρώϊμη ανάπτυξη, ικανότητα ανταγωνισμού με αγριόχορτα, αντοχή στο πλάγιασμα, ασθένειες φυλλώματος κλπ, αλλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ποιότητας (π.χ. υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεϊνη, ιχνοστοιχεία, μακροστοιχεία). • Τόσο το μονόκοκκο όσο και τα δίκοκκο σιτάρι έχουν μεγαλύτερο ποσοστό πρωτείνης από τα «γυμνά» σιτάρια ωστόσο υστερούν στην ποιότητα αρτοποίησης (με εξαίρεση το σπέλτα) καθώς έχουν χαμηλό δείκτη γλουτένης. Τα προϊόντα προτείνονται για παρασκευή άλλων αρτοποιημάτων (μπισκότα, φρυγανιές, κράκερς, χυλοπίτες, κορκότο, κλπ)
Η έρευνα για την καταγραφή παραδοσιακής γνώσης και συλλογή παραδοσιακών ποικιλιών ξεκίνησε το 2014 με πρωτοβουλία, υλική-επιστημονική μέριμνα του ΑΙΓΙΛΟΠΑ και τη στήριξη τοπικών φορέων, συλλογικοτήτων και πολιτών της περιοχής. Η έρευνα έχει σκοπό την δημιουργία τοπικής τράπεζας γενετικού υλικού, την μελέτη και αξιοποίηση του ντόπιου γενετικού υλικού και την επαναεισαγωγή του στην τοπική καλλιέργεια και χρήση. Το νησί της Κεφαλονιάς αποτελεί μια περιοχή, στην οποία η παρουσία του ανθρώπου και κατά συνέπεια η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, χρονολογούνται χιλιετίες. Η ανάπτυξη του υψηλού πολιτισμού στηρίχθηκε στη γεωργία, με την καλλιέργεια φυτών και την εκτροφή ζώων, προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες συνθήκες του νησιού (απότομο ανάγλυφο, ιδιαίτερο κλίμα και κατανομή βροχοπτώσεων κλπ). Για το λόγο αυτό, αλλά και την απόσταση του από τη χερσαία χώρα, καθώς επίσης του μικρού και διεσπαρμένου κλήρου (επενδύσεις και αναδιαρθρώσεις ασύμφορες), το νησί αποτελεί μοναδική περιοχή ως προς τη βιοποικιλότητα τόσο των φυσικών όσο και των αγρο-οικοσυστημάτων. Βασικές καλλιέργειες στο νησί είναι το αμπέλι, με γνωστές παραδοσιακές ποικιλίες που κατέχουν μεγάλη καλλιεργήσιμη έκταση (Ρομπόλα, Μαυροδάφνη, Σταφίδα Κεφαλονιάς, Τσαούσι, Βοστυλίδι, Μοσχάτο, Μοσχατέλλα )και η ελιά με τις εξής ποικιλίες αντίστοιχα: Σιμωτέικο Κορώνι, Ντόπια, Θιακό, Βενετσιάνικο Κορώνι, Μιχαλιτσέικη (από την μεριά της Παλλικής –Μαντζαβινάτα- που την έφεραν στο νησί οι Βενετσάνοι και τις έβαζαν πάντα ζευγάρι) κα. Για το αμπέλι έχει υλοποιηθεί ένα ερευνητικό πρόγραμμα (2000-2002) με τίτλο «Διατήρηση ποικιλιακού δυναμικού αμπελιού Κεφαλονιάς και Ιθάκης» από τους φορείς, Αμπελοοινικό Κέντρο Κεφαλονιάς και Ιθάκης, Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Βόλου (ΕΘΙΑΓΕ), Περιφέρεια Ιονίων Νήσων και Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κεφαλονιάς και Ιθάκης. Υπεύθυνη για την καταγραφή και τη συλλογή ήταν η κυρ. Μήλλα Σωτηρία. Οι ποικιλίες που συγκεντρώθηκαν εγκαταστάθηκαν σε έκταση της Πρακτικής Γεωργικής Σχολής, δημιουργώντας τον πειραματικό αμπελώνα γηγενών ποικιλιών αμπέλου. Ακόμα με τη δράση «Καταγραφή, ανάδειξη και δημιουργία τράπεζας γενετικού υλικού για τις γηγενείς ποικιλίες φυτικών ειδών των Επτανήσων» που αποτελεί μέρος του προγράμματος «Ανάδειξη του Τεχνολογικού Ιδρύματος Ιονίων Νήσων ως Διεθνούς Πόλου Εκπαίδευσης και Καινοτομίας» και υλοποιείται εντός του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση», πραγματοποιήθηκε ο εντοπισμός, η καταγραφή και η ανάδειξη γηγενών ποικιλιών φυτικών ειδών των Επτανήσων και ιδιαίτερα της Κεφαλονιάς, Ιθάκης, Ζακύνθου και Λευκάδας. Η έρευνα επικεντρώθηκε πιο πολύ στο αμπέλι, για το οποίο συγκεντρώθηκαν και εγκαταστάθηκαν φυτά από κάθε ποικιλία που εντοπίστηκε, σε χώρο του ΤΕΙ . Επιπλέον δίνει κάποια στοιχεία και για την ελιά και λίγα κηπευτικά (σπόρους των οποίων διατηρούν σε κατάλληλο ψυκτικό χώρο του Ιδρύματος). Περισσότερες πληροφορίες στη ηλεκτρονική διεύθυνση: (http://www.teiion.gr/index.php/el/component/content/article/37/315-2011-11-01-11-40-26.html). Στην περιοχή Ελειού Πρόννων επίσης βρίσκουμε τα κεράσια του Πόρου (υπάρχουν σε πολύ καλή κατάσταση, στην νοτιοανατολική πλευρά του νησιού) με ιδιαίτερα καλή γεύση και άρωμα, τα οποία έχουν αφεθεί και ούτε στα τοπικά μανάβικα δεν τα βρίσκεις πια. Παλιές ποικιλίες συκιάς με πολύ νόστιμους καρπούς αποτελούν τα μελισσόσυκα, οι αυγουστέλες τα βούσκα κ.α.. Αξίζει ακόμα να αναφέρουμε την περίφημη φακή της Μολούς, η οποία καλλιεργούνταν στο πετρώδη έδαφος του οροπεδίου της Μολούς, στα Ομαλά. Έγινε μια προσπάθεια τα τελευταία χρόνια να εγκατασταθεί πάλι η καλλιέργεια στην περιοχή, αλλά αντέδρασαν οι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι χρησιμοποιούν τις εκτάσεις για βοσκοτόπους. Καλλιεργούνται επίσης και κάποιες εκτάσεις με σιτηρά, υπάρχουν κάποιοι που επιμένουν να βάζουν το Μαυραγάνι και το Ξυλόκαστρο, παραδοσιακές ποικιλίες του νησιού (περιοχή Παλλικής και περιοχή Ελειού Πρόννων)…… Καταλήγοντας στα λαχανικά, πρέπει να αναφέρουμε ότι η Κεφαλονιά και η Ιθάκη φημιζόταν για πολλά κηπευτικά, με ιδιαίτερα καλά γνωρίσματα (γευστικά, καλλιεργητικά, αντοχής σε ασθένειες, εχθρούς, έλλειψη νερού κα). Υπήρχαν: 1. η Λουρδέικη τομάτα (γρέντζα) και η Ληξουριώτικη (μήλο), 2. ο αρακάς Κεφαλονιάς (υπήρχε σπορόκεντρο στην περιοχή της Παλλικής), 3. το φθινοπωρινό πεπόνι Κατσάμπα (Ληξουριώτικο), 4. το χειμωνιάτικο πεπόνι – φετάδο Κατωγη 5. το σμυρνέικο πεπόνι, Ληξούρι 6. το καούνι πεπόνι, Κατωγή 7. κολοκυθάκι Ληξουρίου 8. αγριοφράουλα Ληξουρίου, 9. η πισσάρα ή αφκός (Λαθούρι, τρώγεται το φύλλο, πράσινη ωμή σαλάτα) 10. πλατοκούκια, 11. ντόπιο λάχανο (Λουρδάς) 12. μαρούλι (Λουρδάς) 13. κοκκινογούλι (Λουρδάς) 14. γουλί (Λουρδάς) 15. κουνουπίδι Φαρακλέικο 16. κοκκινοπρικάδα Φαρακλέικη 17. ρόκα άγρια 18. κρεμμύδι 19. το περίφημο σκόρδο Ερύσσου 20. μαύρη αγκινάρα (Ληξούρι Κατωγή) 21. αγριαγκινάρα Κατωγή 22. Καρπούζι Κεφαλονιάς 23. η γλυκόριζα Κατωγή Τα λαχανικά καλλιεργούνται σε πολύ μικρές εκτάσεις και διατίθενται μόνο για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών ή στην καλύτερη περίπτωση διατίθενται σε λαϊκές αγορές. Οι Κεφαλλονίτες και οι Θιακοί δεν άφησαν ποτέ τη συνήθεια να έχει η κάθε οικογένεια το δικό της μπαξέ Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι σήμερα όλες οι οικογένειες κρατούν τους σπόρους που καλλιεργούν, αλλά υπάρχουν αρκετοί που κρατούν σπόρο από συγκεκριμένα είδη. Έτσι σε ολόκληρο το νησί υπάρχουν καλλιεργητές ντόπιων ποικιλιών. Εβδομήντα άτομα άφησαν στοιχεία στην ανταλλαγή σπόρων που έγινε το χειμώνα του 2013, μετά το κάλεσμα της άτυπης ομάδας «Σπερμώ». Σπόρους έφεραν εννέα άτομα και πήραν για να καλλιεργήσουν 30 άτομα, αξίζει όμως να αναφέρουμε ότι δεν δήλωσε κανένας αγρότης ή φυτωριούχος. Όσο αφορά την αγροτική παραγωγή κηπευτικών, οι περιοχές που παραδοσιακά ήταν οι τροφοδότες στο νησί, είναι η Παλλική, ο Λουρδάς στη Λειβαθώ και η Κρανιά στο Αργοστόλι. Εκεί εντοπίζονται ακόμα παραγωγοί που πουλούν τα προϊόντα τους στη Λαϊκή ή σε εστιατόρια και ξενοδοχεία, ανάμεσά τους υπάρχουν και άτομα που επιμένουν στην καλλιέργεια κάποιων παραδοσιακών ποικιλιών. Με όσα αναφέρθηκαν γίνεται κατανοητό ότι υπάρχει ενδιαφέρον στο νησί για τις παραδοσιακές ποικιλίες και τη παραδοσιακή γνώση που σχετίζεται μ’ αυτές. Ο Συνεταιρισμός της Ρομπόλα, απαρτίζεται από καλλιεργητές γηγενών ποικιλιών αμπέλου, με κυρίαρχη τη Ρομπόλα, που καλλιεργείται κατά κύριο λόγο με τον παραδοσιακό τρόπο. Το ΤΕΙ Ιονίων Νήσων με το τμήμα Τεχνολογίας Τροφίμων (το παλιό Βιολογικής Γεωργίας), με ενδιαφέρον συμπαραστέκεται σε κάθε προσπάθεια που αφορά τους ντόπιους σπόρους ενώ πρόσφατα συνδιοργάνωσε με τον ΑΙΓΙΛΟΠΑ το φετινό Σχολείο Σπόρων. Η Πρακτική Γεωργική Σχολή «ΠΑΝΑΓΗ ΒΑΛΛΙΑΝΟΥ» στο Αργοστόλι, επίσης ενδιαφέρεται για τους ντόπιους σπόρους και στηρίζει προσπάθειες που αποσκοπούν στην καταγραφή, συλλογή και διατήρηση τους . Οι δάσκαλοι του 5ου Δημοτικού σχολείου Αργοστολίου κάνουν σπορείο με παραδοσιακές ποικιλίες για να φυτέψουν το λαχανόκηπο του σχολείου μαζί με τους μαθητές τους, έτσι ενημερώνουν και δίνουν ερεθίσματα στα παιδιά δημιουργώντας ένα φυτώριο ακόμα σημαντικότερο «ανθρώπων που γνωρίζουν να παράγουν την τροφή τους και να είναι αυτάρκης». Ακόμη πρέπει να αναφέρουμε ότι στο Αργοστόλι υπάρχει ο Βοτανικός Κήπος, του Ιδρύματος Φωκά-Κοσμετάτου, με σκοπό την ανάδειξη των αυτοφυών φυτών και την προώθηση περιβαλλοντικών προβληματισμών και απώτερο στόχο και φιλοδοξία η συλλογή αυτή των μεσογειακών φυτών (σε μορφή εκτεταμένου κήπου ή μικρού πάρκου) να εκπαιδεύει, να διατηρεί και ταυτόχρονα να τέρπει. Στα Δαυγάτα, ένα χωριό σε απόσταση 6 χιλιομέτρων από το Αργοστόλι, λειτουργεί το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας που ιδρύθηκε το 1996 από την Εταιρεία Προστασίας Φύσεως Κεφαλονιάς & Ιθάκης με τη συνεργασία της τοπικής αυτοδιοίκησης και του Πολιτιστικού Συλλόγου Δαυγάτων. Ο χαρακτήρας του μουσείου είναι κυρίως εκπαιδευτικός και πληροφοριακός, και είναι παράλληλα Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να ενημερωθεί για την πλούσια χλωρίδα και πανίδα της Κεφαλονιάς καθώς και για τις γεωλογικές της ιδιομορφίες. Στην Κεφαλονιά υπάρχουν δύο βιβλιοθήκες οι οποίες έχουν βιβλία των περασμένων αιώνων. Πολλά αναφέρονται στη γεωργία που εφαρμοζόταν εκείνα τα χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και στο νησί. Έτσι μπορούμε να βρούμε σημαντικές πληροφορίες για τα είδη και τους τρόπους καλλιέργειας των περασμένων χρόνων. Η μία είναι η Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη Αργοστολίου και η άλλη η Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη Ληξουρίου (αναφέρω τίτλους βιβλίων της Κοργιαλένειου: «Ο πλούτος της Κεφαλληνιακής γης» Μαζαράκης Νικόλαος 1938, «Λαχανόκηπος» Χασιώτης Σπύρος 1909, «το αντιδακικό πείραμα Κίρρας-Ιτέας συμβολή εις την λύση του προβλήματος της καταπολέμησης του δάκου της ελαίας» Καλοπίσης Ιωάννης 1954, «η συμβολή της Κεφαλληνίας εις την εθνικήν οικονομίαν από γεωργικής απόψεως» Σοφράς, Χρόνης Α. 1937, «Ένας στατιστικός πίνακας του 1810 για την Κεφαλονιά παραγωγή-εξαγωγές και εισαγωγές (μια πρώτη προσέγγιση)», «Κεφαλληνία δι΄ ένα καλύτερο μέλλον: εδαφολογικές, γεωβοτανικές, υδρογεωλογικές έρευνες» 1978, «Δενδροκομική έρευνα» 1939, «19 πλουτοφόρα φυτά» Γεωργακόπουλος Αλέξανδρος 1933, «Τα πεπονοειδή "Μποστανικά" : Η καλλιέργεια των πεπονιών και καρπουζιών, αι ποικιλίαι και αι ασθένειαι αυτών» Οικονομίδης Λάμπρος 1939, «Σύντομος οδηγός του πατατοκαλλιεργητού» Δεκάζος, Παναγιώτης Α. 1933, «Εξημέρωσις των αυτοφυών αγρίων οπωροφόρων δένδρων : Αι προετοιμασίαι, οι εμβολιασμοί των, αι περιποιήσεις μετά τον εμβολιασμόν και τα απαιτούμενα εργαλεία και υλικά» Οικονομίδης, Λάμπρος Χ. 1934 και πολλά άλλα). Αξίζει να αναφέρουμε ότι και η Κεφαλονιά και η Ιθάκη είναι γεμάτες με εγκαταλειμμένες καλλιέργειες κυρίως ελαιώνες και έχουμε και τα κτήματα με το ντόπιο το κεράσι όπως και παλιές φυτείες με αμύγδαλα, που αποτελούσε βασικό προϊόν της Κεφαλονιάς, αμπελώνες και αγροτεμάχια με αγριαγκινάρες και με γλυκόριζα, η οποία αποτελούσε εξαγώγιμο προϊόν της Παλλικής. Γυρνώντας από χωριό σε χωριό συναντάς μισογκρεμισμένους ανεμόμυλους, αλώνια, κάποια σε καλή κατάσταση και άλλα μισοκατεστραμμένα, αναβαθμίδες που προμήθευαν την τροφή όλης της οικογένειας (σιτάρι, λαχανικά, κλπ), μένουν απείρακτες από το χρόνο, ακαλλιέργητες, θυμίζοντας άλλες εποχές και ανθρώπους (πολλές γκρεμίστηκαν, ειδικά στην περιοχή της Παλλικής, μετά τους σεισμούς του χειμώνα 2014). Τα τελευταία χρόνια έχουν συντηρηθεί μέσα από προγράμματα παλιά λιοτρίβια και έγιναν επισκέψιμα γεωργικά μουσεία ελιάς και λαδιού, όπως και αγροικίες με βοηθητικά κτίσματα στην αυλή (ληνός, μύλος, λιοτρίβι), που εξυπηρετούσαν την ανάγκη οικονομικής αυτοτέλειας της οικογένειας. Βέβαια να αναφέρουμε ότι ληνό και το ποδόχι (το μέρος που πατάνε τα σταφύλια για να πάρουν το μούστο κι εκεί που καταλήγει ο γούστος) υπάρχουν ενεργά σε πολλά σπίτια, γιατί οι ντόπιοι θεωρούν απαραίτητο να βάζουν ένα τουλάχιστον βαρελάκι κρασί, από το αμπελάκι τους, για το χειμώνα. Λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν και τον προσανατολισμό στα λαχανοκομικά είδη, τα μέρη που έχουν προτεραιότητα κατά την έρευνα είναι η Παλλική, ο Λουρδάς, η Κρανιά (Κοκολάτα) Αργοστολίου και η Ιθάκη στην οποία ζει και δραστηριοποιείται ο Μιχάλης Κασσιανός (Περαχώρι), που έχει αφιερωθεί στην διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών και αυτοχθόνων φυλών ζωών, καθώς επίσης στη συλλογή και διατήρηση αντικειμένων από παλιούς τρόπους επεξεργασίας του λιναριού, επεξεργασίας του ξύλου κλπ. Τον κο Κασσιανό πρόσφατα επισκεφτήκαμε και οι εμπειρίες που ζήσαμε καθώς και οι γνώσεις που αποκομίσαμε ήταν κυριολεκτικά μοναδικές. Η έρευνά μας συνεχίζεται και ευχαριστούμε όλες και όλους όσοι στηρίζουν την προσπάθειά μας αυτή για την καταγραφή πολύτιμης παραδοσιακής γνώσης καθώς και για τη συλλογή παραδοσιακών ποικιλιών που κινδυνεύουν να χαθούν στην περιοχή. Ευαγγελία Ψωμουλιά, Γεωπόνος, Εστιακό Σημείο ΑΙΓΙΛΟΠΑ στην Κεφαλονιά Αργοστόλι, Δεκέμβρης 2014
Το Σάββατο 9 Ιουλίου 2016, στο Ερευνητικό Οικολογικό Αγρόκτημα ΛΩΤΟΣ, στην έδρα του ΑΙΓΙΛΟΠΑ, στα Άνω Λεχώνια Βόλου, πραγματοποιήθηκε συμμετοχική αξιολόγηση 30 περίπου ποικιλιών ντομάτας, κυρίως εγχώριων και αβελτίωτων, που χρησιμοποιούνται σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας κύρια για ερασιτεχνική χρήση. Η αξιολόγηση περιελάμβανε επιτόπου αξιολόγηση τόσο των φυτών όσο και των καρπών τους στο στάδιο της ωρίμανσης. Συγκεκριμένα , με τη χρήση ερωτηματολογίου και οπτικής βαθμολόγησης αξιολογήθηκε η ευρωστία των φυτών, η εμφάνιση του καρπού, η απόδοση και ή γεύση τους. Επίσης από τους συμμετέχοντες στην έρευνα ζητήθηκε να δικαιολογήσουντην επιλογή ή όχι συγκεκριμένων ποικιλιών για καλλιέργεια ή κατανάλωση. Το φάσμα των ποικιλιών οι οποίες αξιολογήθηκαν προέρχονται από την περιοχή της Θεσσαλίας, (Πηλίο, Όλυμπο, Λάρισα , Καρδίτσα), Μακεδονία (Θεσσαλονίκη, Άγιο ¨Όρος, Δράμα), Αχαϊα, Ιόνια, Λέσβο, Χίο και Κυκλάδες και περιελάμβανε μεγαλόκαρπες , μεσόκαρπες και μικρόκαρπες ποικιλίες( ροζ, μελανές ή κόκκινες), για διάφορες χρήσεις . Στην έρευνα συμμετείχαν 30 περίπου ερασιτέχνες και επαγγελματίες καλλιεργητές και κηπουροί, μέλη και φίλοι (μικροί και μεγάλοι). του ΑΙΓΙΛΟΠΑ. Η γευσιγνωσία ,κάτω από τον ίσκιο στην αυλή του παραδοσιακού σπιτιού του αγροκτήματος συνοδεύτηκε από ζυμωτό ψωμί, παραδοσιακές πίτες και ψητό ψάρι και βέβαια το ανάλογο τσίπουρο και κρασί.
Η επαναεισαγωγή της παλιάς ποικιλίας σκληρού σιταριού Λήμνος αποτελεί πλέον πραγματικότητα στα πλαίσια του ΑΙΓΙΛΟΠΑ καθώς σε ευρεία πλέον κλίμακα καλλιεργείται από παραγωγους του δικτύυου μας στην κεντρική και βόρεια Ελλαδα. Με βαση τα συμπερασματα από μελέτη των δειγμάτων που συλλέχθηκαν λίγο πριν τη συγκομιδή και την μέχρι σήμερα εμπειρια των παραγωγών μας θα γινουν οι απαραίτητες βελτιώσεις – συστάσεις της καλλιέργειας για τα επόμενα χρόνια ώστε η ποικιλία να βρει το χώρο και τη μεταχείριση που τις ταιριάζει ώστε να έχει τη μεγαλύτερη δυνατόν απόδοση και καλύτερη ποιότητα και να εκπληρώσει τις προσδοκίες παραγωγών και καταναλωτών και όλων των φιλων των παλιών ποικιλιών και της οικολογικής γεωργίας.
Της ΚικήςΖεφτυρίδου και του Στέφανου Λιούζα ΒIOFRU, - Οικολογικό Αγρόκτημα, Βασιλειάδα Καστοριάς Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. Ιστοσελίδα : www.biofru.gr Εστιακό Σημείο του ΑΙΓΙΛΟΠΑ στην Καστοριά Ξεκινήσαμε ΤΟ 2017 ένα «δείγμα», μητρικού οπωρώνα παλιών, παραδοσιακώνποικιλιώνμηλιάς και αχλαδιάς*. Θα μπορούσε να είναι σε ένα νέο χωράφι, αλλά δεν μας «βγήκε», κάτι τέτοιο που να μας εξυπηρετεί τεχνικά. Έτσι «χωρίσαμε» τρεις σειρές (από 75 μέτραμήκος η κάθε μια) από τον πιο παλιόοπωρώνα μας , που είναι και η «βάση» του συνόλουαγροκτήματος“BIOFRU”. Σε αυτές τις σειρές, πρόσθετα, προϋπήρχαν ήδη αρκετές από τις παλιές ποικιλίες από παλιότερους καιρούς. Έγιναν οι πρώτες φυτεύσεις! Δέκα ποικιλίες και άλλες τόσες αχλαδιάς προς το παρόν. Έγιναν επίσης φυτεύσεις υποκειμένων, ώστε να είμαστε έτοιμοι να προσθέσουμε και άλλες που θα «ανακαλύψουμε» ή και όσων άλλων με την βοήθεια την δική σας «βρούμε» και αναπαράγουμε. Ταυτόχρονα έχουμε πλέον των πεντακόσιων (500), υποκειμένων που φυτεύτηκαν στο χώμα (φωτο), προερχόμενα από παραφυάδες και σπόρους διάφορωνειδών που χρησιμοποιούνται για υποκείμενα στην μηλιά και αχλαδιά. Έχουμε και μια μικρή διάθεσηπαραδοσιακών ποικιλιών αχλαδιάς (κυρίως το «μπαστουβάνικο»), σε πολλούς φίλους που επισκέφτηκαν το αγρόκτημα. Πιστεύουμε και δουλεύουμε πάνω σε αυτό, ότι θα είμαστε σε θέση σε λίγαχρόνια να διαθέσουμε ένα αρκετά μεγάλο εύρος ποικιλιών και σε ικανό αριθμό, σε φίλους που θέλουν και αγαπούν τα παραδοσιακά και παλιά γνωρίσματα των φρούτων της μηλιάς και αχλαδιάς. Έχουμε πολλή δουλειά για το μέλλον των παλιών , παραδοσιακών ποικιλιών μηλιάς και αχλαδιάς. *Θα θυμάστε ίσως από προηγούμενη αναφορά μας ότι δουλεύουμε και σε μητρικό αμπελώνα με σαράντα περίπου ποικιλίες σταφυλιών από πολύ παλιά αμπέλια της περιοχής (που σήμερα δεν υπάρχουν πια).
Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018 12:05

Ποικιλίες ελιάς στη Λέσβο

Η ιδιαιτερότητα του Λεσβιακού ελαιολάδου που προσδίδουν οι τοπικές του ποικιλίες Tης Αγγελικής-Ευστρατίας Κουζούμη MSC Περιβαλλοντολόγου Υπεύθυνης Εργαστηρίου Ελαιολάδου Μυτιλήνης Ινστιτούτο Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου, ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ Η Λέσβος, νησιωτική περιοχή με κληρονομιά στην παραγωγή ελαιολάδου, χαρακτηρίζεται από τον απέραντο ελαιώνα που τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει το λεσβιακό ελαιόλαδο στην κατάκτηση ολοένα και μεγαλύτερου μεριδίου στη διεθνή αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου. Είναι όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μικροκλίματος, του έντονου ανάγλυφου, του άγριου ελαιώνα που συχνά συνορεύει με πεύκα ενώ συνυπάρχει με πλούσια φρυγανική βλάστηση, σε συνδυασμό με τις χαρακτηριστικές ποικιλίες ελαιοκάρπου, πλήρως εναρμονισμένες στο ιδιαίτερο νησιωτικό αυτό τοπίο, που δίνουν το χαρακτηριστικό, λεπτόρευστο, χρυσοκίτρινο ελαιόλαδο με έντονο φρουτώδες άρωμα που θυμίζει το άρωμα των πράσινων φύλλων της ντομάτας. Πρόκειται για μεικτό ελαιώνα που καλύπτεται κατά κύριο λόγο (σε ποσοστό 70% με 80%) από την ποικιλία «Κολοβή» (olea europaea var. pyriformis), γνωστή και ως «Βαλάνα» ή «Μηλολιά» ή «Μυτιληνιά» και σε μικρότερο ποσοστό (γύρω στο 20%) από την ποικιλία «Αδραμυτινή» (olea europaea var med. Subrotunda) ή «Αϊβαλιώτικη» ή «Φραγκολιά». Διάσπαρτα στο νησί και σε πολύ μικρό ποσοστό συναντάται και η ποικιλία «Θρουμπολιά» ή «Λαδολιά» ή «Θασίτιτκη». Η Κολοβή είναι ευρέως διαδεδομένη στο νότιο και νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού όπου και αποτελεί σχεδόν μονοκαλλιέργεια, έναντι της Αδραμυτινής, η οποία εντοπίζεται στο βόρειο και βορειανατολικό τμήμα του νησιού, ατενίζοντας τον κόλπο του Αδραμυτίου στα απέναντι μικρασιατικά παράλια απ΄ όπου και μεταφυτεύθηκε στη Λέσβο. Και οι δύο είναι μεσόκαρπες ποικιλίες, κυρίως ελαιοποιήσιμες με ελαιοπεριεκτικότητα που κυμαίνεται από 22 έως και 27%, που όμως μπορούν να συλλεχθούν και για την παραγωγή εξαιρετικής ποιότητας επιτραπέζιας ελιάς. Η διαφορά τους έγκειται στα μορφολογικά χαρακτηριστικά του ελαιόδενδρου και του καρπού, στο χρόνο ωρίμανσης και στα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των παραγόμενων ελαιολάδων. Τα τελευταία έτη το λεσβιακό ελαιόλαδο έχει κατορθώσει να συγκαταλέγεται στα καλύτερα ελαιόλαδα παγκοσμίως. Το γεγονός αυτό έχει πλέον εδραιωθεί και κάνει τους Λέσβιους ελαιοπαραγωγούς υπερήφανους για το προϊόν τους, που μέχρι πριν από περίπου μία δεκαετία πίστευαν ότι υστερεί έναντι των υπολοίπων ελαιολάδων εξαιτίας του χρυσαφένιου χρώματος και της λεπτόρευστης υφής του, που δεν θυμίζει τα υπόλοιπα παχύρευστα και σκούρα πράσινα ελαιόλαδα. Όλα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2007, όταν ήρθε το πρώτο χρυσό βραβείο στον παγκόσμιο διαγωνισμό ποιότητας ελαιολάδου IOC MARIO SOLINAS QUALITY AWARD, στη Μαδρίτη της Ισπανίας, σε λεσβιακό τυποποιημένο ελαιόλαδο, μια διάκριση μοναδική και πρωτοφανή για τα μέχρι τότε δεδομένα της Λέσβου. Έκτοτε και μέχρι σήμερα οι διακρίσεις είναι καταιγιστικές σε ετήσια βάση από πλήθος Λέσβιων τυποποιητών που παράγουν εξαιρετικής ποιότητας ελαιόλαδο σε πληθώρα παγκοσμίως αναγνωρισμένων διαγωνισμών (π.χ. IOOC KOTINOS, BIOL κ.λ.π.). Τη μοναδικότητα του αυτή το λεσβιακό ελαιόλαδο την οφείλει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των τοπικών ποικιλιών της Κολοβής και της Αδραμυτινής, σε συνδυασμό με τις εδαφοκλιματικές συνθήκες του νησιού. Το ελαφρύ χρυσοκίτρινο χρώμα του οφείλεται στη μικρή περιεκτικότητα σε χλωροφύλλη και στα υψηλά επίπεδα καροτενοειδών. Το γεγονός αυτό του προσδίδει συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι άλλων σκουροπράσινων ελαιολάδων διότι υψηλά επίπεδα των χρωστικών όπως της χλωροφύλλης a και b καθώς και των προϊόντων αποικοδόμησης αυτών, των φαιοφυτινών, δρούν ως φωτο-ευαισθητοποιητές και επιταχύνουν την οξείδωση του ελαιολάδου. Παράλληλα τα καροτενοειδή που του προσδίδουν την κίτρινη απόχρωσή του, αποτελούν εμμέσως κριτήριο γνησιότητας έναντι των πυρηνελαίων στα οποία τα επίπεδά τους είναι πολύ χαμηλότερα λόγω της καταστροφής τους κατά τη χημική επεξεργασία. Η λεπτόρευστη υφή έχει να κάνει με το σχετικά αυξημένο βαθμό ακορεστότητας των λιπαρών του οξέων. Το δροσερό και υγρό κλίμα του νησιού, σε συνδυασμό με τα ασβεστολιθικά εδάφη, συμβάλλουν στην παραγωγή ελαιολάδου με περισσότερα λιπαρά οξέα με διπλούς δεσμούς, δίνοντας τριγλυκερίδια με χαμηλότερο σημείο τήξης και επομένως λιγότερο παχύρευστο ελαιόλαδο. Το σημαντικότερο όμως χαρακτηριστικό που κάνει το λεσβιακό ελαιόλαδο ξεχωριστό, είναι το έντονο φρουτώδες σε πλήρη ισορροπία με τις θετικές ιδιότητες του πικρού και του πικάντικου που οδηγούν τελικά τον δοκιμαστή στην χαρακτηριστική επίγευση των πράσινων φύλλων της ντομάτας. Πρόκειται για χαρακτηριστικό γνώρισμα της ποικιλίας «Κολοβή» που δίνει μοναδικότητα στο λεσβιακό ελαιόλαδο, μια που η ποικιλία αυτή δεν είναι ευρέως διαδεδομένη (σε πολύ μικρό ποσοστό στη Χίο και στη Σκύρο), γεγονός που καταμαρτυρείται και από την συχνή προσφώνησή της ως «Μυτιληνιά».

Η αρχαία κυπριακή κουζίνα είναι εξαιρετικά πλούσια σε πρώτες ύλες, τρόπους μαγειρέματος, συνδυασμούς τροφών, αλλά κυρίως είναι πλούσια σε πολιτισμό. Οι αρχαίοι Κύπριοι δεν γνώριζαν το ρύζι ή το καλαμπόκι, τις πιπεριές και τον καφέ, όμως τα δημητριακά, τα όσπρια, το ελαιόλαδο, το κρέας και το κρασί αποτελούσαν και αποτελούν τα κυρίαρχα συστατικά της διατροφής τους. Στη μακραίωνη ιστορία του νησιού βλέπουμε να διατηρείται η γευστική φυσιογνωμία του και η παραδοσιακή κουζίνα γίνεται κομμάτι του πολιτισμού μας. Σε συνεργασία με αρχαιολόγους, μάγειρες, προμηθευτές, διατροφολόγους και προπονητές, επιχείρησα μια πολύπλευρη προσέγγιση της αρχαίας κυπριακής διατροφής εντοπίζοντας αρχικά τα είδη που καλλιεργούνται, και καταναλώνονται μέχρι σήμερα στο νησί, και μετέπειτα δημιουργώντας γαστρονομικά πιάτα βασισμένα σε συστατικά που απαντώνται στην αρχαία Κύπρο εναρμονισμένα με τις σύγχρονες μεθόδους υγιεινής και παρασκευής. Οργανωμένα προγράμματα για κατάρτισης και πειραματικά γαστρονομικά εργαστήρια με αυτές τις αυθεντικές κυπριακές γεύσεις δημιουργήθηκαν για μάγειρες και σχολές σίτισης. Στόχος ο εθισμός της φαντασίας των καταρτιζόμενων και η ανάδειξη των διατροφικών επίλογων των πρωιιμότερων κατοίκων του νησιού που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της κυπριακής διατροφής μέχρι και σήμερα. Οι συνταγές και τα πιάτα που δημιουργήθηκαν στο πρόγραμμα βασίστηκαν σε αρχαιολογικές και ιστορικές πληροφορίες από ανασκαφές και την αρχαία γραμματεία από τα προϊστορικά μέχρι και τα ιστορικά χρόνια. Πολλά εστιατόρια και ξενοδοχεία ένταξαν τα πιάτα αυτά στο μενού τους με μεγάλη επιτυχία. Η καινοτόμος αυτή πρόταση γαστρονομίας υπάγεται στα πλαίσια του υγιεινού προτύπου της μεσογειακής διατροφικής κουλτούρας. Η κουζίνα της Κύπρου είναι κατά βάση μια κουζίνα Μεσογείου με τα περισσότερα υλικά της να είναι αυτά που χρησιμοποιούμε και στην ελληνική κουζίνα. Τα παλαιότερα ευρήματα που έχουμε στο νησί είναι σπόροι που δείχνουν χρήση άγριων τότε φυτών όπως κριθάρι, φακή, ελιές, αμύγδαλα, φιστίκια, σταφύλια, κάπαρη κλπ. Επιπλέον οι αρχαίοι Κύπριοι φαίνεται προτιμούσαν ιδιαίτερα το κρέας από κυνήγι. Το ξηρό βέβαια κλίμα του νησιού έκανε τα όσπρια ένα από τα βασικά τρόφιμα των Κυπρίων και την κύρια πηγή πρωτεΐνης. Επίσης σημαντικό ότι ανέκαθεν το θαλασσινό αλάτι στην κυπριακή κουζίνα υπήρξε ο κύριος τρόπος συντήρησης τροφίμων, ενώ το χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα ως βελτιωτικό της γεύσης. Στον αρχαίο κόσμο το φαγητό δεν ήταν μια γρήγορη στιγμή μέσα στην ημέρα, αλλά τμήμα του ίδιου του πολιτισμού, της θρησκείας, της λατρείας, της επικοινωνίας, της φιλοσοφίας, της ιατρικής, της θεραπείας και άλλων εκφάνσεων της ανθρώπινης συνείδησης. Ειδικότερα σε μια κοινωνία όπως η δική μας που ασχολείται με την υγιεινή διατροφή και τη γαστρονομία, ο αρχαίος κυπριακός κόσμος έρχεται να μας προτείνει έναν λιτό και υγιεινό τρόπο διατροφής, με το άτομο στον ημερήσιο κύκλο διατροφής του να εφοδιάζεται με τις απαραίτητες βιταμίνες, πρωτεΐνες και υδατάνθρακες. Η αρχαιολογία σε συνδυασμό με την παραδοσιακή γαστρονομία συνιστά μια πολύτιμη παρακαταθήκη και εκφράζει μια κιβωτό γνώσεων της λαϊκής σοφίας. Η γαστρονομία στις μέρες μας δεν είναι μόνο η τέχνη της απόλαυσης, αλλά και ένας μοχλός πολιτιστικής και τουριστικής ανάπτυξης και ο ελλαδικός χώρος διαθέτοντας ξεχωριστά προϊόντα και ιδιαίτερες γεύσεις, δύναται να αξιοποιήσει αυτό το εργαλείο ανάπτυξης και εξωστρέφειας. Δρ Αννίτα Αντωνιάδου Γεωαρχαιολόγος Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018 11:41

Φασόλι Αλμωπίας

Το δεύτερο ξεχωριστό προϊόν της Αλμωπίας -μετά την μπαχωβίτικη πιπεριά- είναι σίγουρα το φασόλι της. Ονομάζεται φασόλι Καρατζόβας και η καλλιέργεια εντοπίζεται κυρίως στα ημιορεινά χωριά του Δήμου. Είναι μικρό σε μέγεθος οβάλ και λευκό, το φυτό είναι χαμηλό και η παραγωγή του σχετικά μικρή. Πωλείται συνήθως ατυποποίητο, είναι εξαιρετικά νόστιμο και η παραγωγή του δεν μπορεί να καλύψει τη ζήτηση.
Σελίδα 1 από 2